
ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ
- Αλεξάνδρου Κατερίνα Διαγνωστικές Εξετάσεις
Έλεγχος δακρυϊκής λειτουργίας
Ο έλεγχος της δακρυϊκής λειτουργίας αποτελεί μια σημαντική διαγνωστική διαδικασία που επιτρέπει την αξιολόγηση της ποσότητας και της ποιότητας των δακρύων, καθώς και της σωστής αποχέτευσής τους. Τα δάκρυα παίζουν καθοριστικό ρόλο στην υγεία και άνεση των ματιών, καθώς ενυδατώνουν, καθαρίζουν και προστατεύουν την επιφάνεια του οφθαλμού από μικρόβια και ερεθισμούς. Διαταραχές στην παραγωγή ή στη ροή των δακρύων μπορεί να οδηγήσουν σε προβλήματα όπως ξηροφθαλμία, υπερβολική δακρύρροια ή χρόνιες φλεγμονές των βλεφάρων και του επιπεφυκότα.
Η φυσιολογική δακρυϊκή μεμβράνη αποτελείται από τρία βασικά στρώματα – το λιπιδικό, το υδατικό και το βλεννώδες – τα οποία παράγονται από διαφορετικούς αδένες και λειτουργούν συντονισμένα για να διατηρούν το μάτι καθαρό και ενυδατωμένο. Όταν κάποιο από αυτά τα στρώματα παρουσιάζει ανεπάρκεια, η δακρυϊκή ισορροπία διαταράσσεται, προκαλώντας ενοχλήσεις όπως τσούξιμο, κάψιμο, αίσθημα ξένου σώματος ή αστάθεια στην όραση.
Ο έλεγχος της δακρυϊκής λειτουργίας περιλαμβάνει διάφορες εξειδικευμένες εξετάσεις, ανάλογα με τα συμπτώματα του ασθενούς. Η πιο γνωστή είναι η δοκιμασία Schirmer, κατά την οποία τοποθετείται μια μικρή ταινία χαρτιού στο κάτω βλέφαρο για λίγα λεπτά, ώστε να μετρηθεί η ποσότητα των παραγόμενων δακρύων. Επίσης, η δοκιμασία χρόνου διάσπασης δακρυϊκής μεμβράνης (Tear Break-Up Time – TBUT) αξιολογεί τη σταθερότητα του δακρυϊκού φιλμ, ενώ ειδικές χρωστικές ουσίες (φλουορεσεΐνη, λισαμίνη) βοηθούν στην απεικόνιση της επιφάνειας του κερατοειδούς και στον εντοπισμό ξηρών περιοχών ή μικροτραυματισμών.
Σε περιπτώσεις υπερβολικής δακρύρροιας, μπορεί να πραγματοποιηθεί δοκιμασία βατότητας δακρυϊκών οδών, όπου με τη χρήση ειδικού διαλύματος ελέγχεται αν τα δάκρυα αποχετεύονται σωστά προς τη ρινική κοιλότητα ή αν υπάρχει απόφραξη. Η εξέταση αυτή είναι απλή, ανώδυνη και πραγματοποιείται στο ιατρείο.
Ο έλεγχος της δακρυϊκής λειτουργίας είναι ιδιαίτερα σημαντικός σε άτομα που παραπονιούνται για ξηρότητα, ερεθισμό, κοκκίνισμα, ευαισθησία στο φως ή αίσθημα “άμμου” στα μάτια. Επίσης, συνιστάται σε χρήστες φακών επαφής, σε άτομα που εργάζονται πολλές ώρες σε οθόνες υπολογιστών, σε όσους εκτίθενται συχνά σε κλιματισμό ή καπνό, καθώς και σε γυναίκες κατά την εμμηνόπαυση, όπου οι ορμονικές αλλαγές επηρεάζουν τη δακρυϊκή παραγωγή.
Η σωστή διάγνωση επιτρέπει στον οφθαλμίατρο να προτείνει την κατάλληλη θεραπεία, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει τεχνητά δάκρυα, αντιφλεγμονώδη κολλύρια, διατροφικά συμπληρώματα ή, σε πιο προχωρημένες περιπτώσεις, απόφραξη δακρυϊκών σημείων με ειδικά πώματα ώστε να διατηρείται η υγρασία στα μάτια.
Εξέταση
Η εξέταση είναι απολύτως ασφαλής, διαρκεί λίγα λεπτά και παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για τη συνολική υγεία της οφθαλμικής επιφάνειας. Ο έλεγχος δακρυϊκής λειτουργίας δεν αφορά μόνο όσους έχουν συμπτώματα ξηροφθαλμίας, αλλά αποτελεί προληπτικό εργαλείο για τη διατήρηση της οφθαλμικής άνεσης και της καλής ποιότητας όρασης σε βάθος χρόνου.

