• Ιωνίας 18, Περαία, Τ.Κ 57019
  • Δευτ, - Παρασκ. 9.30 - 13.00 (Απογεύματα Μόνο με Ραντεβού)

Ενέσιμες θεραπείες ωχράς κηλίδας

ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ

  • Αλεξάνδρου Κατερίνα Θεραπευτικές Υπηρεσίες

Ενέσιμες θεραπείες ωχράς κηλίδας

Η ωχρά κηλίδα είναι το κεντρικό τμήμα του αμφιβληστροειδούς, υπεύθυνο για την καθαρή και λεπτομερή όραση, απαραίτητη για δραστηριότητες όπως η ανάγνωση, η οδήγηση και η αναγνώριση προσώπων. Οι παθήσεις της ωχράς κηλίδας αποτελούν μία από τις κυριότερες αιτίες μείωσης της όρασης σε άτομα μέσης και μεγαλύτερης ηλικίας. Τα τελευταία χρόνια, οι ενέσιμες θεραπείες έχουν φέρει επανάσταση στη διαχείριση αυτών των παθήσεων, προσφέροντας τη δυνατότητα σταθεροποίησης ή ακόμη και βελτίωσης της όρασης.

Η πιο συχνή πάθηση που απαιτεί ενέσιμη θεραπεία είναι η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας (ΗΕΩ), κυρίως η υγρή (νεοαγγειακή) μορφή της. Στην περίπτωση αυτή, αναπτύσσονται ανώμαλα αγγεία κάτω από τον αμφιβληστροειδή, τα οποία διαρρέουν υγρό ή αίμα, προκαλώντας θόλωση και παραμόρφωση της κεντρικής όρασης. Παρόμοιοι μηχανισμοί εμφανίζονται και σε άλλες παθήσεις, όπως το διαβητικό οίδημα ωχράς κηλίδας και οι φλεβικές θρομβώσεις αμφιβληστροειδούς.

Οι ενέσιμες θεραπείες βασίζονται σε φάρμακα που στοχεύουν τον παράγοντα αγγειακής ενδοθηλιακής ανάπτυξης (VEGF), ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον παθολογικό σχηματισμό αγγείων. Τα φάρμακα αυτά, γνωστά ως αντι-VEGF, χορηγούνται απευθείας μέσα στο υαλώδες σώμα του ματιού, με μια μικρή ένεση που πραγματοποιείται στο ιατρείο, υπό τοπική αναισθησία και απολύτως ελεγχμένες συνθήκες ασηψίας.

Τα πιο γνωστά φάρμακα αυτής της κατηγορίας είναι το ranibizumab, το aflibercept, το bevacizumab και νεότερα σκευάσματα όπως το faricimab. Όλα έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικά στη μείωση του οιδήματος και στη βελτίωση της οπτικής οξύτητας. Ορισμένα προσφέρουν πιο μακρά διάρκεια δράσης, μειώνοντας τη συχνότητα των ενέσεων, κάτι που βελτιώνει σημαντικά την ποιότητα ζωής των ασθενών.

Η διαδικασία της ένεσης είναι ανώδυνη και ασφαλής, διαρκεί λίγα λεπτά και ο ασθενής μπορεί να επιστρέψει άμεσα στις δραστηριότητές του. Μετά τη θεραπεία, ενδέχεται να παρουσιαστεί ήπια ενόχληση ή αίσθημα ξένου σώματος, τα οποία υποχωρούν μέσα σε μία-δύο ημέρες. Η παρακολούθηση από τον οφθαλμίατρο γίνεται τακτικά, συνήθως κάθε 4 έως 8 εβδομάδες, ώστε να αξιολογείται η ανταπόκριση στη θεραπεία μέσω εξετάσεων, όπως η οπτική τομογραφία συνοχής (OCT).

Σε ορισμένες περιπτώσεις, εκτός από τα αντι-VEGF φάρμακα, χρησιμοποιούνται και κορτικοστεροειδείς ενέσεις ή εμφυτεύματα, ιδιαίτερα όταν υπάρχει φλεγμονώδης συνιστώσα ή ανεπαρκής ανταπόκριση. Αυτά τα σκευάσματα μειώνουν τη φλεγμονή και το οίδημα, προσφέροντας επιπλέον θεραπευτικά οφέλη.

Η συστηματική παρακολούθηση και η συνέπεια στη θεραπεία είναι καθοριστικής σημασίας. Η διακοπή των ενέσεων χωρίς ιατρική καθοδήγηση μπορεί να οδηγήσει σε υποτροπή και μόνιμη απώλεια όρασης. Παράλληλα, η σωστή ενημέρωση του ασθενούς σχετικά με τη φύση της πάθησης, τις προσδοκίες και τη διάρκεια της θεραπείας συμβάλλει στη διατήρηση υψηλού επιπέδου συμμόρφωσης.

Σήμερα, η έρευνα συνεχίζεται με στόχο την ανάπτυξη νεότερων φαρμάκων μακράς δράσης και καινοτόμων συστημάτων χορήγησης, που θα επιτρέπουν αραιότερες ενέσεις ή ακόμα και εμφυτεύματα μακροχρόνιας απελευθέρωσης φαρμάκου.

oxrakil
oxrakil2

Συνοψίζοντας

Συνοψίζοντας, οι ενέσιμες θεραπείες της ωχράς κηλίδας αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της σύγχρονης οφθαλμολογίας. Με τη σωστή διάγνωση, την έγκαιρη έναρξη και τη συνέπεια στη θεραπεία, οι ασθενείς έχουν πλέον τη δυνατότητα να διατηρήσουν ή και να βελτιώσουν την όρασή τους, απολαμβάνοντας μια καλύτερη ποιότητα ζωής.